Ξαφνικός θάνατος για τις συντάξεις χηρείας

Posted on Posted in Νέα-Ειδήσεις
• Από τη σιωπηλή διαμαρτυρία που είχαν πραγματοποιήσει πριν από 3 εβδομάδες περίπου στο υπουργείο Εργασίας χήρες πεσόντων στελεχών των Σωμάτων Ασφαλείας, ζητώντας από την κυβέρνηση να άρει το ηλικιακό κριτήριο χορήγησης σύνταξης χηρείας, αίτημα που τελικά δεν εισακούστηκε.
Συνεχίζει να επιφέρει ανατροπές με δραματικές μειώσεις και την εισαγωγή νέων αυστηρών προϋποθέσεων για τη χορήγησή τους.
Θεσπίζεται όριο ηλικίας στα 55 και μειώνεται το ποσοστό της σύνταξης για τη χήρα στο 50% από 70%.
Θύελλα αντιδράσεων προκαλεί η ρύθμιση-λαιμητόμος που μειώνει τις συντάξεις χηρείας και ανατρέπει τις προϋποθέσεις για τη χορήγησή τους. Όπως αναφέρει σε σχετική έρευνά του το Ενιαίο Δίκτυο Συνταξιούχων, δραματικές μειώσεις ισχύουν για τις νέες συντάξεις χηρεί­ας που εκδίδονται μετά τις 12 Μαΐου 2016 οδηγώντας στο περιθώριο της φτώχειας μεγάλη μερίδα του πλη­θυσμού.
«Η σχετική ρύθμιση που εντάχθηκε στον νόμο Κατρούγκαλου, δείχνει την κοινωνική αναλγησία της κυ­βέρνησης» τονίζει ο πρόεδρος του Ενιαίου Δικτύου Συνταξιούχων Νίκος Χατζόπουλος.
Οι δύο βασικές αλλαγές που επι­φέρει ο νόμος Κατρούγκαλου στις συντάξεις χηρείας είναι η θέσπιση ορίου ηλικίας στα 55 και η μείωση του ποσοστού της σύνταξης που δι­καιούται η χήρα στο 50% από 70%. Έτσι θεσπίζεται το 55ο έτος ως όριο ηλικίας του επιζώντος συζύγου για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου. Αν ο επιζών σύζυγος έχει συμπληρώσει το όριο κατά το έτος που επήλθε ο θάνατος, χορηγείται σύνταξη εφ’ όρου ζωής. Αν δεν έχει συμπληρώσει τα 55, η σύντα­ξη χορηγείται για μία τριετία. Εφόσον στο μεταξύ συμπληρώσει το 55ο έτος, η σύνταξη διακόπτεται και επαναχορηγείται στα 67 διά βίου. Αν το 55ο έτος δεν συμπληρώνεται εντός της τριετίας, η σύνταξη διακόπτεται στη λήξη της και δεν επαναχορηγείται.
ΑΝΑΤΡΟΠΕΣ. Ειδικότερα οι ανατρο­πές που επέρχονται με τον νόμο Κατρουγκαλου στο καθεστώς των νέων συντάξεων χηρείας έχουν ως εξής:
1. Θεσπίζεται το 55ο έτος ως όριο ηλικίας του επιζώντος συζύγου για τη θεμελίωση δικαιώματος συνταξιοδότησης λόγω θανάτου και προκύπτουν οι περιπτώσεις:
▲Ο επιζών σύζυγος έχει συμπληρώ­σει τα 55 την ημερομηνία θανάτου: χορηγείται σύνταξη εφ’ όρου ζωής.
▲Ο επιζών σύζυγος δεν έχει συμπλη­ρώσει τα 55 την ημερομηνία θανάτου: χορηγείται σύνταξη για μία τριετία και αν το 55ο έτος συμπληρώνεται εντός αυτής της τριετίας, τότε η σύ­νταξη επαναχορηγείται στα 67 διά βίου. Αν το 55ο έτος της ηλικίας δεν συμπληρώνεται εντός της τριετίας, μετά τη λήξη της η σύνταξη διακόπτεται και δεν επαναχορηγείται. Αν η χήρα ή ο χήρος έχουν άγαμα και ανήλικα παιδιά έως 18 ετών ή έως 24 ετών εφόσον αυτά σπουδάζουν, η σύνταξη χηρείας συνεχίζει να καταβάλλεται και μετά την πάροδο της τριετίας, ανεξαρτήτως ηλικιακού ορίου, στον επιζώντα σύζυγο. Δηλα­δή, αν η χήρα έχει ανήλικα παιδιά ή παιδιά σπουδαστές έως 24 ετών, δεν χάνει τη σύνταξη ακόμη κι αν είναι αρκετά μικρότερη από 55. Αντίθετα, συνεχίζει να την εισπράττει όσο τα παιδιά είναι ανήλικα ή κάτω των 24 εφόσον σπουδάζουν. Αν προλάβει, μάλιστα, να συμπληρώσει τα 55 προ­τού τα παιδιά ενηλικιωθούν ή προτού τελειώσουν τις σπουδές τους, τότε θα χάσει προσωρινά τη σύνταξη όταν τα παιδιά γίνουν 18 ή 24, αλλά θα την ξαναπάρει διά βίου στα 67. Το ίδιο συμβαίνει και όταν τα παιδιά είναι άγαμα και ανίκανα για κάθε εργασία ή ο επιζών σύζυγος είναι ανίκανος για κάθε εργασία με ποσοστό 67% και άνω. Η ανικανότητα εξετάζεται αν υπάρχει κατά τον χρόνο θανάτου και όχι μεταγενέστερα αυτού. Δηλα­δή, αν το παιδί ή η χήρα καταστούν ανίκανοι για εργασία μετά τον θά­νατο, δεν μετράει η ανικανότητα ως προϋπόθεση για τη σύνταξη.
2. Ο θανών ασφαλισμένος πρέπει κατά τον χρόνο θανάτου να έχει συμπληρώσει τις χρονικές προϋποθέ­σεις για τη λήψη σύνταξης γήρατος ή αναπηρίας, πλήρους ή μειωμένης. Εδώ υπάρχει δυσμενής αλλαγή για τους «παλαιούς» ασφαλισμένους (πριν από το 1993), για τους οποί­ους διπλασιάζονται οι απαιτούμενες ημέρες ασφάλισης εντός της τελευ­ταίας πενταετίας. Ο θανών έπρεπε να είχε 1.500 ημέρες ασφάλισης, εκ των οποίων 300 την τελευταία πενταετία, ενώ τώρα απαιτούνται 1.500 ημέρες, εκ των οποίων 600 την τελευταία πενταετία.
3. Αλλάζει ο τρόπος υπολογισμού και συναρτάται πλέον με τη διάρκεια του έγγαμου βίου και τη διαφορά της ηλικίας του θανόντος με τον επιζώντα σύζυγο. Η χήρα παίρνει το 50% της σύνταξης του θανόντος (ενώ έπαιρνε στις περισσότερες περιπτώσεις το 70%). Αν ο θανών ήταν συνταξιούχος, η σύνταξή του επανυπολογίζεται με τον νέο τρόπο (εθνική και αναλογική) και η χήρα παίρνει το 50% της νέας σύνταξης. Το ποσό αυτό ισχύει για την πρώτη τριετία. Μετά τα τρία χρόνια, αν δεν εργάζεται και δεν λαμβάνει δική της σύνταξη, θα συνεχίσει να παίρνει το ίδιο ποσό (εφόσον έχει τις ηλικιακές προϋποθέσεις). Αν εργάζε­ται ή παίρνει δική της σύνταξη, η σύνταξη χηρείας περιορίζεται στο μισό (50%).
Τέλος, θεσπίζεται ελάχιστο όριο έγγαμης συμβίωσης τα πέντε έτη, που θα πρέπει να έχουν συμπληρω­θεί μέχρι την ημερομηνία θανάτου. Εδώ η αλλαγή αφορά τον θάνατο ασφαλισμένου, καθώς έχουμε αύ­ξηση: απαιτούνταν τρία χρόνια και τώρα απαιτούνται πέντε. Ισχύουν εξαιρέσεις αν ο θάνατος οφείλεται σε ατύχημα, αν γεννηθεί παιδί κατά τη διάρκεια του γάμου ή η χήρα τελεί σε εγκυμοσύνη.
ΤΟΥ ΗΛΙΑ ΓΈΩΡΓΑΚΗ
(ΤΑ ΝΕΑ-25/04/2017)
Πηγή: staratalogia.blogspot.gr

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *